Menu
A+ A A-
Super User
Fusce aliquam suscipit leo, nec tempor arcu tempus in. Suspendisse potenti. Vivamus posuere, turpis vitae egestas imperdiet, urna elit dictum. Website URL:

ΟΜΙΛΙΑ ΜΑΞΙΜΟΥ ΧΑΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΝΔ, ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΕΠΕΡΩΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΛΛΙΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ

"Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι

Η οδύσσεια του ποντιακού ελληνισμού είναι γνωστή.

Διώξεις, εκτελέσεις, τάγματα εργασίας –τα περιβόητα αμελε ταμπουρού- πορείες θανάτου. Μια γενοκτονία με 353.000 θύματα.

Ξεριζωμένοι οι επιζώντες Πόντιοι από τις πατρογονικές τους εστίες, τους φάρους του ελληνικού πολιτισμού, της Τραπεζούντας, της Σαμψούντας, της Αργυρούπολης, αναζήτησαν καταφύγιο άλλοι στην Ελλάδα και άλλοι στη ορθόδοξη Ρωσία.

Και εκεί, πριν προλάβουν να στεγνώσουν τα δάκρυα για τις χαμένες πατρίδες του Πόντου, ήλθαν αντιμέτωποι με νέες διώξεις. Οι σταλινικές εμμονές εναντίον των μειονοτήτων ήταν ιδιαίτερα σκληρές για τους Έλληνες Ποντίους.

Και πάλι ξεριζωμός, και πάλι εξορία. Αυτή τη φορά στα γκούλαγκ της Σιβηρίας και στις στέπες της Κεντρικής Ασίας. Στόχος η εξόντωση. Και για όσους επιβίωναν η λησμονιά της εθνικής τους καταγωγής.

Αυτός, όμως, ο φιλόπονος και καρτερικός λαός, άντεξε. Διέψευσε τους παρανοϊκούς εγκεφάλους που συνέταξαν και εκτέλεσαν τα εφιαλτικά σχέδια της εξαφάνισής του.

Κράτησε ακλόνητη την ελληνική του συνείδησή, άσβεστη τη φλόγα της επιστροφής του στα πάτρια, ζωντανά τα ήθη και τα έθιμά του.

Και όταν ήλθε η στιγμή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης, και επετράπη η ελευθερία της μετακίνησης, δεκάδες χιλιάδες συμπατριωτών μας Ποντίων παλινόστησαν στην Ελλάδα.

Στην πλειονότητά τους φτωχοί άνθρωποι, αλλά με σημαντικές ικανότητες, γνώσεις και προσόντα.

Έφθασαν με την λαχτάρα να ζήσουν και να δημιουργήσουν στη πατρίδα, την οποία η πολύχρονη εξορία είχε εξιδανικεύσει στη συλλογική φαντασία τους.

Ποια ήταν όμως, η στάση της Ελληνικής Πολιτείας απέναντι σε αυτούς τους τραντέλληνες; Τους τριάντα φορές Έλληνες;

Κυρίες και Κύριοι   συνάδελφοι

Δυστυχώς η ενσωμάτωση των παλιννοστούντων στην ελληνική κοινωνία δεν ήταν ανέφελη.

Καταφέραμε ακόμη και αυτό. Να νοιώθουν οι παλιννοστούντες Πόντιοι ξένοι στην Ελλάδα. Στα ξένα ήμουν Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος, όπως τραγούδησε ο Στέλιος Καζατζίδης.

Βρέθηκαν αντιμέτωποι με την καχυποψία τους απρόσωπου κρατικού μηχανισμού, που δεν αντιλαμβάνονταν, ούτε το χρέος προς τους ανθρώπους αυτούς, ούτε την εθνική ανάγκη να τους συνδράμει ουσιαστικά για να ενισχύσουν τον εθνικό κορμό.

Η ανυπαρξία σχεδίου και οράματος, αποκαλύφθηκε από την κρατική αδυναμία να συντάξει και να εκτελέσει οργανωμένα την εγκατάσταση των παλιννοστούντων σε ευαίσθητες περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Να τονώσουν με νέο αίμα, οικονομικά παρηκμασμένες και δημογραφικά γερασμένες περιοχές.

Η Ρωμανία, μια νέα πόλη, που θα κατοικείτο από παλιννοστούντες, προερχόμενους από αστικές περιοχές, και θα άλλαζε το χάρτη της Θράκης, έμεινε στα χαρτιά, ένα ακόμη απραγματοποίητο όνειρο.

Αντ’ αυτού έγινε εγκατάσταση των Ποντίων ανοργάνωτα και απερίσκεπτα σε αγροτικές περιοχές, όπου υπήρχε αδυναμία εξεύρεσης εργασίας, και ιδιαίτερα για κατόχους πανεπιστημιακών τίτλων.

Το αποτέλεσμα ήταν μεγάλο τμήμα των παλιννοστούντων να εγκαταλείψει τη Θράκη αναζητώντας στο λεκανοπέδιο και τα αστικά κέντρα καλύτερη τύχη.

Και αναρωτιέμαι κύριοι συνάδελφοι, πώς είναι δυνατόν, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μια καθημαγμένη Ελλάδα, με πενιχρά μέσα, να καταφέρει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να ενσωματώσει 1.500.000 πρόσφυγες, και η σύγχρονη Ελλάδα της ΕΕ να αδυνατεί να πράξει τα δέοντα απέναντι σε μερικές δεκάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας που ήλθαν τη δεκαετία του ‘90 και του 2000.

Φοβούμαι, ότι τα αίτια αυτής της ανικανότητας οφείλονται σε έλλειμμα οράματος. Λειτουργήσαμε με όρους διαχείρισης. Χωρίς εθνική στρατηγική, χωρίς εδραιωμένη ιστορική συνείδηση για τις αποφάσεις μας.

Γι’ αυτό και οι Πόντιοι δεν αντιμετωπίστηκαν με τους όρους μιας πατρίδας που σέβεται τα παιδιά της και ενδιαφέρεται για την ευημερία και την προκοπή τους.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι

Σήμερα, οι συνθήκες είναι πολύ πιο δύσκολες από αυτές των προηγούμενων δεκαετιών. Αντιμετωπίζουμε δημοσιονομική στενότητα, αδυναμία να προωθήσουμε προγράμματα ενίσχυσης ευπαθών κατηγοριών.

Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι  ως πολιτεία δεν μπορούμε να πράξουμε τίποτε, να σηκώσουμε τα χέρια ψηλά, αφήνοντας την κατάσταση στον αυτόματο πιλότο.

Η Πολιτεία, μπορεί και πρέπει να προωθήσει την απλοποίηση των διαδικασιών για την απόδοση της ιθαγένειας στους παλιννοστούντες. Είναι κίνηση, που δεν έχει οικονομικό κόστος, αλλά επιλύει πολλά προβλήματα για χιλιάδες παλιννοστούντες.

Άλλωστε, η κυβέρνηση φάνηκε πολύ γενναιόδωρη στα ζητήματα ιθαγένειας σε υπηκόους τρίτων χωρών, με ελάχιστες προϋποθέσεις και τελικά με καταστροφικές συνέπειες για την αύξηση της λαθρομετανάστευσης.

Επιπλέον, πρέπει να υπάρξει η δυνατότητα αναδιάρθρωσης των χρεών παλιννοστούντων από στεγαστικά δάνεια, που πράγματι δόθηκαν με ευνοϊκούς όρους. Όμως, σήμερα η οικονομική κρίση έχει πλήξει και αυτούς με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Οι πρόσφυγες του ’22 μέσα σε λίγα χρόνια αντί για βάρος στο ελληνικό κράτος έγιναν δύναμη προόδου και προκοπής.

Στην νέα γενιά Ποντίων προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην πατρίδα, θα πρέπει να δούμε όχι τους φτωχούς μας συγγενείς, αλλά τα δυναμικά τμήματα που θα πρωτοπορήσουν στην οικοδόμηση ενός παραγωγικού μοντέλου που έχει ανάγκη η χώρα".

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΔ, ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ κ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΧΑΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ


"Κύριε Πρόεδρε,

Το κλίμα είναι θερμό για τη Νέα Δημοκρατία και αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο στις υψηλές θερμοκρασίες αυτής της αίθουσας.

Φίλες και φίλοι,

Την ώρα που όλο και περισσότεροι, εντός και εκτός Ελλάδος, αναγνωρίζουν τη δικαίωση των θέσεων του Αντώνη Σαμαρά, πολλοί είναι εκείνοι που μας ρωτούν, είστε ικανοποιημένοι με τις δημοσκοπήσεις και το προβάδισμα της ΝΔ;

Εμείς δεν πανηγυρίζουμε με τις δημοσκοπήσεις αν και θα μπορούσαμε να το κάνουμε. Θυμίζω ότι ενώ χάσαμε τις εκλογές με σχεδόν 11 μονάδες, όχι μόνο υπερκαλύψαμε τη διαφορά, αλλά πλέον σε όλες τις έρευνες της κοινής γνώμης η ΝΔ στην πρόθεση ψήφου ή την εκτίμηση πολιτικής επιρροής είναι πρώτη δύναμη. Η διαφορά μας από το ΠΑΣΟΚ είναι από μια έως τέσσερεις μονάδες.

Πέραν, όμως, της πρόθεσης ψήφου τρεις παράμετροι των δημοσκοπήσεων δημιουργούν βάσιμη αισιοδοξία για τη ΝΔ:

Πρώτον, η υπεροχή της δικής μας παράταξης σε όλα τα ποιοτικά ευρήματα. Η ΝΔ θεωρείται καταλληλότερη να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας έναντι του ΠΑΣΟΚ.

Δεύτερον. Στη λεγόμενη παράσταση νίκης, έναν δείκτη που ποτέ δεν έχει διαψευστεί, η ΝΔ έχει αποκτήσει ισχυρό προβάδισμα απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Η κοινωνία δηλαδή προδικάζει ότι η ΝΔ θα είναι η επόμενη κυβέρνηση όποτε και αν γίνουν οι εκλογές.

Και τρίτον, ο Πρόεδρος της ΝΔ ο Αντώνης Σαμαράς θεωρείται καταλληλότερος ως πρωθυπουργός από τον κ. Παπανδρέου.

Θυμίζω ότι η καταλληλότητα πρωθυπουργού είναι το τελευταίο οχυρό του εν ενεργεία πρωθυπουργού. Ακόμη και όταν το κυβερνόν κόμμα χάνει σε πρόθεση ψήφου, κατά κανόνα ο πρωθυπουργός διατηρεί προβάδισμα σε αυτό το δείκτη. Πλέον έχει πέσει και αυτό το οχυρό.

Όπως είπα όμως δεν πανηγυρίζουμε για τις δημοσκοπήσεις. Αντιθέτως, είμαι προβληματισμένος, όπως όλοι μας, από το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του κόσμου δηλώνει αποστασιοποιημένο από την πολιτική, αρνείται να διευκρινίσει την επιλογή που θα κάνει, παραμένει σε αυτό που λέμε αδιευκρίνιστη ψήφος.

Είναι μια συμπεριφορά που ερμηνεύεται από το κλίμα απογοήτευσης και ανασφάλειας των πολιτών, μετά τη βίαιη διάψευση των προσδοκιών του από την κυβέρνηση του «λεφτά υπάρχουν». Και αυτός ο κόσμος μπορεί να είναι και η δεξαμενή που θα δώσει στη ΝΔ τη νίκη και την αυτοδυναμία.

Αρκεί να τους πείσουμε, χωρίς μεγάλα λόγια και υποσχέσεις που πια κανείς δεν πιστεύει. Και θα τους πείσουμε αν καταφέρουμε το μήνυμα μας, το Σχέδιο Σαμαρά για την έξοδο της χώρας από την κρίση να φτάσει και στο τελευταίο χωριό.

Και για να πετύχουμε αυτόν τον στόχο, της διάχυσης του μηνύματος της ελπίδας, του μηνύματος της επανεκκίνησης της οικονομίας και της χώρας, έχουμε καθήκον να δώσουμε όλοι μας, όσοι είμαστε σε αυτή την αίθουσα, αλλά και τα χιλιάδες στελέχη, μέλη και φίλοι της Νέας Δημοκρατίας τον καλύτερό μας εαυτό.

Δεν είμαστε οπαδοί του ώριμου φρούτου, αυτές οι εποχές τελείωσαν ανεπιστρεπτί. Επιδιώκουμε να κερδίσουμε την κοινωνία με τον θετικό μας λόγο και θα την κερδίσουμε γιατί έχουμε δίκαιο, και αυτό αποδείχθηκε περίτρανα όλους αυτούς τους μήνες.

Και δεν βολευόμαστε μόνον με την ψήφο των πολιτών. Επιδιώκουμε και την ενεργό τους συμπαράταξη. Και γι’ αυτό το άνοιγμα στην κοινωνία, η προσέλκυση νέων ανθρώπων, να στελεχώσουν το κόμμα αποτελεί μέγιστη προτεραιότητά μας. Από τώρα, πριν τις εκλογές, σε κάθε περιφέρεια, σε κάθε νομό, σε κάθε επαγγελματικό κλάδο.

Ζητάμε λοιπόν εκλογές γιατί η ΝΔ πέρασε μπροστά στις δημοσκοπήσεις;

Πρώτα απ’ όλα η ΝΔ δεν είναι ΠΑΣΟΚ, που μονίμως ως αντιπολίτευση ζητούσε από την επομένη των εκλογών πρόωρες εκλογές. Εμείς δεν παίζουμε με τους θεσμούς, όπως έκανε το ΠΑΣΟΚ το 2009, εκβιάζοντας τις εκλογές και εμπλέκοντας στους εκλογικούς του σχεδιασμούς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Ζητήσαμε αλλαγή πολιτικής έγκαιρα. Γιατί στην πολιτική, αξία δεν έχει μόνο η ορθή επισήμανση αλλά και ο χρόνος που γίνεται. Η ΝΔ έγκαιρα επισήμανε ότι η πολιτική του Μνημονίου είναι αδιέξοδη. Κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις. Και με το Ζάππειο ΙΙ έδειξε το δρόμο για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Με θυσίες ναι, αλλά που πιάνουν τόπο.

Ζητήσαμε επαναδιαπραγμάτευση των όρων του Μνημονίου και του Μεσοπρόθεσμου. Το κατάφερε μια νέα κεντροδεξιά κυβέρνηση στην Ιρλανδία. Γιατί όχι και εμείς.

Φάνηκε προς στιγμήν, στις 15 Ιουνίου, ότι μπορεί να υπάρξει συναίνεση στην επαναδιαπραγμάτευση με μια κυβέρνηση εθνικής Σωτηρίας. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Με ευθύνη του κ. Παπανδρέου ναυάγησε η προσπάθεια και αντί κυβέρνησης εθνικής ενότητας είχαμε κυβέρνηση συνεργασίας των δελφίνων του ΠΑΣΟΚ.

Από τη στιγμή που η παρούσα κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει την επαναδιαπραγμάτευση, που είναι προϋπόθεση επιβίωσης της ελληνικής οικονομίας, η μόνη λύση είναι οι εκλογές. Να μιλήσει ο λαός, να πάρει τις τύχες στα χέρια του. Άλλωστε, οι εκλογές στις παρούσες συνθήκες θα είναι λυτρωτικές και για την ελληνική κοινωνία καθώς θα δώσουν την ευκαιρία εκτόνωσης της έντασης που έχει συσσωρευτεί από την αναντιστοιχία λόγων και έργων της κυβέρνησης.

Και μην πλανάσθαι εκτόνωση δεν μπορεί να γίνει με το δημοψήφισμα που ετοιμάζει η κυβέρνηση για θέματα που ήταν προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ.

Σήμερα επιχειρούν να κρύψουν την αναποτελεσματικότητα και την ανεπάρκεια τους με το πυροτέχνημα του δημοψηφίσματος. Και δεν σκέφτονται ότι με την οργή που υπάρχει στον κόσμο ελλοχεύει ο κίνδυνος και σωστές προτάσεις να καταψηφιστούν σε μια προσπάθεια αποδοκιμασίας της κυβέρνησης, όπως έγινε στο πρόσφατο παρελθόν σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Η μόνη πραγματική βαλβίδα ασφαλείας τούτη την ώρα είναι οι εκλογές. Εκλογές που θα είναι λυτρωτικές για την κοινωνία.

Θα υπάρξει όμως αυτοδύναμη κυβέρνηση;

Πρώτα απ’ όλα, να απαντήσουμε αν είναι ωφέλιμη λύση για τον τόπο μια πολυκομματική μετεκλογική κυβέρνηση;

Η εμπειρία των κυβερνήσεων συνεργασίας στην Ελλάδα είναι τραυματική. Ιδιαίτερα στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία, η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια παζαριών, μιας πολιτικής «και έτσι και γιουβέτσι», όπου κάθε κυβερνητικός εταίρος θα επιχειρεί να επιβάλει την άποψή του και να αποφύγει το πολιτικό κόστος.

Χρειάζεται μια σφιχτή κυβέρνηση με ξεκάθαρο σχέδιο, με αποφασιστικότητα και σθένος. Και τέτοια θα είναι η επόμενη κυβέρνηση της χώρας, η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά.

Επανέρχομαι, όμως, στο προηγούμενο ερώτημα. Θα υπάρξει αυτοδυναμία;

Μέχρι σήμερα πράγματι, οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν κάτι τέτοιο. Δείχνουν όμως μια αυξητική τάση, μια δυναμική της ΝΔ. Δεν καταγράφουν μόνο πτώση του ΠΑΣΟΚ αλλά και άνοδο δική μας, εισροή δυσαρεστημένων ψηφοφόρων από το ΠΑΣΟΚ της τάξης του 7-8%, αλλά και από τα κόμματα της ήσσονος αντιπολίτευσης.

Μπορούμε να πετύχουμε την αυτοδυναμία. Άλλωστε, στις μέρες μας οι μετακινήσεις του εκλογικού σώματος, όπως φάνηκε και στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009, είναι μεγαλύτερες από τις αναμενόμενες.

Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι το εκκρεμές της οργής των πολιτών να δώσει αυτοδύναμη πλειοψηφία στη ΝΔ. Αλλά να μετατρέψουμε τη δικαιολογημένη οργή, το άχτι της κοινωνίας σε βάσιμη ελπίδα, ότι υπάρχει αχτίδα φωτός. Και αυτό είναι στο χέρι μας.

Όπως λοιπόν είπε ο πρόεδρος, διακοπές γιοκ. Το κόμμα είναι σε εγρήγορση. Είμαι πεπεισμένος ότι όλοι θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και θα κάνουμε το χρέος μας προς την παράταξη, που στις παρούσες συνθήκες ταυτίζεται με το χρέος προς την πατρίδα".

ΟΜΙΛΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΔ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ κ.ΜΑΞΙΜΟΥ ΧΑΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ 25 ΧΡΟΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ

"Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η χώρα ζει αναμφίβολα μια δύσκολη συγκυρία, το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε αναβρασμό, στην κοινωνία επικρατεί αγωνία και αγανάκτηση. Έχει νόημα λοιπόν μια συζήτηση, σε αυτές τις συνθήκες, για το Τσερνόμπιλ και τη Φουκουσίμα και τα τραγικά αποτελέσματα αυτών των πυρηνικών ατυχημάτων;

Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι η συζήτησή μας δεν είναι άκαιρη. Και δεν είναι άκαιρη για δύο λόγους:

Πρώτον γιατί η αναφορά σε τέτοιου ασύλληπτου μεγέθους τραγωδίες, που είναι αποτέλεσμα της αέναης πάλης του ανθρώπου να καθυποτάξει τις δυνάμεις της φύσης προς όφελός του, μας επιτρέπει να τοποθετούμε στις σωστές του διαστάσεις το δικό μας δράμα.

Δεν εννοώ, βεβαίως, ότι όσα ζούμε είναι αμελητέα, ή ότι μπροστά στο μεγάλο πόνο θα πρέπει να οδηγηθούμε στη μοιρολατρία. Αντιθέτως, οι συγκρίσεις μπορούν να λειτουργήσουν στην κατεύθυνση της τόνωσης της αυτοπεποίθησης, τής αποφασιστικότητας ότι τα δικά μας, δύσκολα, αλλά όχι ανυπέρβλητα, προβλήματα μπορούμε να τα λύσουμε, μπορούμε και πάλι να βρούμε το νήμα για την πρόοδο και την ελπίδα.

Ο δεύτερος λόγος, που κάνει τη συζήτησή μας επίκαιρη και χρήσιμη είναι ότι τα πυρηνικά αυτά ατυχήματα, στο Τσερνόμπιλ το 1986 και φέτος στη Φουκουσίμα, μας δίνουν τη δυνατότητα να καταλήξουμε σε ορθότερα συμπεράσματα και για τους δικούς μας σχεδιασμούς για το μέλλον.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το παγκόσμιο οικονομικό μοντέλο βασίζεται στην καλπάζουσα ανάπτυξη, στην διαρκή εξυπηρέτηση των ακόρεστων καταναλωτικών αναγκών δισεκατομμυρίων καταναλωτών. Και καθώς σε αυτή την παγκόσμια κοινότητα των καταναλωτών προστίθενται πληθυσμοί από χώρες και περιοχές που μέχρι πρότινος συγκαταλέγονταν στον τρίτο ή και στον τέταρτο κόσμο, οι παραγωγικοί ρυθμοί είναι απίστευτα γρήγοροι. Το μοντέλο αυτό απαιτεί όλο και μεγαλύτερες ενεργειακές πηγές.

Η πυρηνική ενέργεια, για αρκετές δεκαετίες, ακόμη και μετά το ατύχημα στο Τσερνόμπιλ, θεωρούνταν μια σίγουρη, οικονομική και ελάχιστα επιβαρυντική για το περιβάλλον ενεργειακή λύση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το 76% του ηλεκτρικού ρεύματος στη Γαλλία, προέρχεται από δίκτυο 58 πυρηνικών εργοστασίων.

Η αλήθεια είναι ότι το Τσερνόμπιλ πέρασε στην ιστορία περισσότερο γιατί κατέδειξε τόσο εκκωφαντικά τις εσωτερικές αδυναμίες του τεράστιου αυτού κράτους, της Σοβιετικής Ένωσης. Έως τότε, πίσω και από τα τείχη που είχαν υψωθεί στον ψυχροπολεμικό κόσμο, η εικόνα που έφτανε στους πολίτες της Δύσης ήταν εντελώς παραπλανητική.

Στο σχεδιασμό πυρηνικών εργοστασίων για την παραγωγή ενέργειας μπήκαν από τότε και άλλα κράτη. Εδώ στη γειτονιά μας, εκτός από τη Βουλγαρία, στη διαδικασία αυτή έχουν μπει, και ακόμη να τονίσω ότι δεν έχουν εγκαταλείψει τα σχέδιά τους, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Αλβανία, τα Σκόπια και βέβαια η Τουρκία, που δείχνει εξαιρετική κινητικότητα.

Είναι ηλίου φαεινότερον ότι εκτός από τις όντως αυξανόμενες ανάγκες του αναπτυξιακού μοντέλου υπάρχει και η πρόθεση ενίσχυσης της γεωπολιτικής θέσης των συγκεκριμένων κρατών, μέσα από την αύξηση της ενεργειακής τους αυτάρκειας. Εξελίξεις που ασφαλώς ως Ελλάδα δεν επιτρέπεται να μας αφήνουν αδιάφορους.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η θετική αυτή προσέγγιση για την πυρηνική ενέργεια είχε σχεδόν παγιωθεί έως τις ημέρες που στους τηλεοπτικούς μας δέκτες παρακολουθήσαμε σκηνές της Αποκάλυψης στη μακρινή Φουκουσίμα, της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου. Ένα φυσικό φαινόμενο, σχετικά συχνό στις περιοχές αυτές, προκάλεσε συνέπειες πολύ πιο οδυνηρές και μακροχρόνιες καταστρέφοντας ένα ανθρώπινο έργο, τους πυρηνικούς σταθμούς.

Τα τραγικά αυτά γεγονότα, πιστεύω ότι ήταν καταλυτικά στον τρόπο που όλος ο κόσμος βλέπει πλέον την πυρηνική ενέργεια. Όταν ένα έθνος τόσο εξελιγμένο τεχνολογικά, τόσο πειθαρχημένο στο κοινό καθήκον, με τέτοιο προγραμματισμό όπως είναι το ιαπωνικό, φαίνεται να αδυνατεί να προβλέψει ένα τέτοιο ολέθριο σενάριο, αδυνατεί να ελέγξει μια τέτοια καταστροφή, δεν μπορεί παρά να γίνονται εύλογες και μάλλον θλιβερές συγκρίσεις.

Τα αποτελέσματα αυτής της νέας οπτικής τα βλέπουμε ήδη στις κοινωνίες ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Γερμανία,  η Ελβετία και η Ιταλία, που τάσσονται όλο και πιο κατηγορηματικά ενάντια στη χρήση της πυρηνικής ενέργειας.

Τα νέα δεδομένα, μας αναγκάζουν πλέον και εμάς να προσαρμοστούμε σε αυτά. Μια σεισμογενής χώρα, όπως η Ελλάδα, θα ήταν μάλλον παρακινδυνευμένο να προχωρήσει στη δημιουργία πυρηνικών εργοστασίων. Έστω και αν μας εξασφαλιστεί από τους επιστήμονες ότι η πιθανότητα ατυχήματος είναι μία στο εκατομμύριο. Η Φουκουσίμα μας δίδαξε ότι δεν επιτρέπεται να ζούμε με την απειλή.

Την ίδια ώρα, όμως, πρέπει να γνωρίζουμε ότι οφείλουμε να απαντήσουμε σε δύο κρίσιμα ζητήματα:

Το πρώτο, αφορά στο τι μέλλει γενέσθαι με τις αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες της χώρας και την υποχρέωση να την καταστήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο αυτάρκη, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των κακών οικονομικών μας.

Η μόνη απάντηση που μπορεί να δοθεί σε αυτό είναι, κατά την άποψή μου, ο σχεδιασμός ενός άλλου αναπτυξιακού μοντέλου, λιγότερο ενεργοβόρου, περισσότερο φιλικού στο φυσικό περιβάλλον, με ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή σε αυτό των εναλλακτικών, Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ιδιαιτέρως αξιοποίηση της αιολικής, γεωθερμικής και ηλιακής ενέργειας.

Πιστεύω ότι, αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για τη χώρα, και βέβαια το νέο οικονομικό μοντέλο, το νέο μοντέλο ανάπτυξης θα διέπει αυτό που αρχίσαμε ήδη να οριοθετούμε ως νέα μεταπολίτευση.

Και το δεύτερο ζήτημα, που απαιτεί εκ μέρους μας εγρήγορση και σχεδιασμό, είναι τι θα γίνει με τους πυρηνικούς σταθμούς που προγραμματίζουν οι γείτονές μας και ιδιαίτερα η Τουρκία. Μάλιστα, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν παρά τα όσα συνέβησαν στη Φουκουσίμα δήλωσε ότι δεν εγκαταλείπει τα σχέδια για πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου.

Η ύπαρξή τέτοιων σταθμών σε απόσταση αναπνοής από την Ελλάδα, και σε επικίνδυνες γεωλογικές συνθήκες, συνιστούν άμεσο κίνδυνο για τη χώρα. Και για το λόγο αυτό είμαστε υποχρεωμένοι με διεθνή συντονισμό να αποτρέψουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Όπως επίσης, χρέος της Ελλάδας είναι να πρωτοστατήσει σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επιβολή αυστηρότατων προδιαγραφών ελέγχου των υφισταμένων πυρηνικών εργοστασίων.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το τίμημα της φθηνής ενέργειας το πλήρωσε ακριβά η ανθρωπότητα με συνέπειες για πολλά χρόνια με τερατογενέσεις. Είναι καιρός να συνειδητοποιήσει η παγκόσμια κοινότητα, σοφότερη μετά και την οδυνηρή εμπειρία της Φουκουσίμα, την ανάγκη ορθολογικότερης διαχείρισης των ενεργειακών πόρων, της εξοικονόμησης ενέργειας και κυρίως της επένδυσης στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Δυστυχώς, η μέχρι σήμερα εμπειρία της εξαιρετικά χαμηλής αξιοποίησης της ηλιακής και αιολικής ενέργειας στη χώρα μας δεν επιτρέπει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.

Κλείνω κύριε Πρόεδρε, μεταφέροντας στην κυβέρνηση και τον παριστάμενο υπουργό την έντονη αντίδραση της κοινωνίας της Λάρισας στο ενδεχόμενο εξόρυξης του κοιτάσματος λιγνίτη στην επαρχία Ελασσόνας.

Κύριε υπουργέ,

Κερδίσατε τις εκλογές εκτός των άλλων μιλώντας για πράσινη ανάπτυξη. Οι δηλώσεις του υφυπουργού εσωτερικών κ. Κουκουλόπουλου υπέρ της εξόρυξης του λιγνίτη δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά για τη θέση της κυβέρνησης.

Εμείς πιστεύουμε ότι το μέλλον για την Ελασσόνα δεν μπορεί να είναι ο λιγνίτης αλλά η ήπια ανάπτυξη με έμφαση στην αξιοποίηση του Ολύμπου και των δυνατοτήτων τουριστικής ανάπτυξης που θα δημιουργήσει στην περιοχή, καθώς επίσης η παραγωγή ποιοτικών προϊόντων με ονομάσία προέλευσης, όπως η φέτα ή το κατσικάκι Ελασσόνας.

Θα θέλαμε μια ξεκάθαρη τοποθέτηση της κυβέρνησης για το τι μέλλει γενέσθαι με τα λιγνιτικά κοιτάσματα, όπως της Ελασσόνας, όπου η τοπική κοινωνία στο σύνολό της, φορείς και κάτοικοι διαφωνούν. Θα αγνοήσετε τη φωνή του λαού;

Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να μη λησμονούμε ότι πυξίδα των πράξεων μας θα πρέπει αν είναι η ομολογία ότι τον κόσμο αυτό τον δανειστήκαμε από τα παιδιά μας".

ΟΜΙΛΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΝΔ κ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΧΑΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΕΒΕΡΤ

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Αναμφίβολα ο Μιλτιάδης Έβερτ υπήρξε μια ξεχωριστή προσωπικότητα στην πρόσφατη πολιτική ζωή της χώρας. Τα ιδιαίτερα χαρίσματα, τα οποία τον έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό σε όσους τον γνώρισαν, ήσαν πολύ ανθρώπινα.

Υπήρξε σε όλη του τη διαδρομή στον πολιτικό στίβο, από τα νιάτα του ίσαμε το τέλος, ένας αυθόρμητος και αυθεντικός χαρακτήρας. Ένας πολιτικός έξω καρδιά, που διέθετε πηγαίο χιούμορ, ακόμη και στις πιο δύσκολες περιστάσεις.

Δεν συμβιβάστηκε ποτέ με ένα τεχνητό προσωπείο, σε ένα ίματζ, όπως είναι η λέξη του συρμού. Την ψεύτικη εικόνα, δηλαδή, που κατασκευάζουν οι σύμβουλοι επικοινωνίας ώστε να είναι αρεστοί οι πολιτικοί στην κοινή γνώμη με βάση τις επιταγές των ΜΜΕ. Δεν αλλοιώθηκε ο πυρήνας της πολιτικής του σκέψης και ο τρόπος της πολιτικής του δράσης από ψευδεπίγραφες επικοινωνιακές ανάγκες. Ο Έβερτ ήταν αυτό που φαινόταν, με όποιο κόστος.

Βέβαια, από μόνα τους τα χαρακτηριστικά αυτά δεν θα έφθαναν για να επιτρέψουν την ανοδική πορεία που διέγραψε στην πολιτική ζωή της χώρας. Τα συνδύαζε με δύο ακόμη πολύτιμα προτερήματα του χαρακτήρα του: την αποτελεσματικότητα και την αποφασιστικότητά του.

Αποφασιστικότητα, που την εκδήλωνε σε κάθε φάση της διαδρομής του. Ό,τι έκρινε ότι ήταν σωστό το έπραττε, με όποιο κόστος. Θυμόμαστε όλοι τους ορίζοντες που άνοιξε με την ελεύθερη ραδιοφωνία στο δήμο της Αθήνας. Δεν θα υπερβάλλω νομίζω αν πω ότι η θεληματική του ισχύς έφθανε στα όρια της επαναστατικότητας, της επιθυμίας για πραγματικές ανατροπές. Πολλές φορές βέβαια, μπροστά από την εποχή του, από τις διαθέσεις της κοινωνίας ή και του κόμματος. Θυμούμαι μάλιστα ότι πίστευε στην ανάγκη μιας ειρηνικής επανάστασης, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, για να αλλάξουν τα κακώς κείμενα στον τόπο. Και γι’ αυτό εμπιστεύονταν νέους ανθρώπους και τους παρότρυνε να ασχοληθούν με τα κοινά.

Αλλά διακρινόταν και για την αποτελεσματικότητά του. Κάθε στόχο που έβαζε το επετύγχανε με σχέδιο, με πρόγραμμα, με στρατηγική. Δεν τα άφηνε στη τύχη τους. Δεν έμενε στην ρητορική εξαγγελία. Ανήκε στην καραμανλική σχολή. Ήταν κατεξοχήν ένας πολιτικός της πράξης και όχι των λόγων.

Ο Μιλτιάδης Έβερτ πίστευε στην ανάγκη της εθνικής συμφιλίωσης και εργάστηκε γι’ αυτή. Ξεχώριζε για το ήθος, την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και την εντιμότητά του. Στη μακρά πολιτική του διαδρομή, κατά την οποία του δόθηκε η δυνατότητα να ασκήσει εξουσία –είτε ως δήμαρχος Αθηναίων, είτε ως κορυφαίος υπουργός, είτε ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης- απ’ όποια θέση και αν πέρασε δεν επέτρεψε ποτέ να δημιουργηθούν σκιές και ερωτηματικά.

Σήμερα, ιδιαίτερα σε αυτές τις δραματικές συνθήκες που βιώνει η χώρα, αυτά τα χαρακτηριστικά του Έβερτ είναι απαραίτητα περισσότερο από ποτέ. Σήμερα, που πλέον αποδείχθηκε περίτρανα ότι ο λαϊκισμός οδήγησε τη χώρα στο βάραθρο της χρεοκοπίας, χρεοκόπησε και ο ίδιος, απαιτούνται οι αποφασιστικοί και αποτελεσματικοί πολιτικοί.

Όπως επίσης για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του πολιτικού κόσμου, που έχει τρωθεί σε τέτοιο βαθμό, απαιτείται η επανασύνδεση της ηθικής με την πολιτική. Ηθική που παρέμεινε άμεμπτη στον πολιτικό βίο του Έβερτ. Το ηθικό του ανάστημα του το αναγνώρισαν άλλωστε όλοι. Ακόμη και οι πολιτικοί του αντίπαλοί.

Ηθική που συνδυαζόταν με έναν γνήσιο πατριωτισμό, με βαθιά αγάπη για την Ελλάδα, για την ιστορία της, για τους ανθρώπους της, με μια στέρεη πεποίθηση για ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον. Αυτό που χρειαζόμαστε και εμείς, πολιτικοί και πολίτες, όλοι όσοι ζούμε και αγαπούμε αυτή τη χώρα: Την ελπίδα ότι θα ξημερώσει ένα καλύτερο αύριο, ότι θα χαράξει μια νέα ημέρα για τον ελληνισμό.

Ο Μιλτιάδης Έβερτ ήταν ένας πολιτικός του καθήκοντος. Είχε συναίσθηση της ευθύνης του έναντι της πατρίδας και του χρέους του απέναντι στους πολίτες. Εργάστηκε σκληρά, με επιμονή και πάθος σε όποια θέση ευθύνης και αν βρέθηκε για να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Η κληρονομιά του Μιλτιάδη Έβερτ δεν θα ξεχαστεί. Όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε και να εργαστούμε μαζί του θα θυμόμαστε πάντα την παρακαταθήκη που άφησε πίσω του με το προσωπικό του παράδειγμα: το ήθος, το αληθινό ενδιαφέρον για τον άνθρωπο της βιοπάλης και την αποτελεσματικότητα. Γιατί, όπως είπα, ο Έβερτ δεν ήταν πολιτικός των λόγων, αλλά των έργων. Και έτσι θα τον θυμόμαστε».


Subscribe to this RSS feed