Χρησιμοποιούμε τα cookies στην ιστοσελίδα μας, σύμφωνα με την Οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Μάξιμος Χαρακόπουλος | Νέα Δημοκρατία - Ομιλία Μ. Χαρακόπουλου στην παρουσίαση βιβλίου Θεόδωρου Καράογλου
Menu
A+ A A-

Μάξιμος Κατερίνη 1

Κατερίνη 19 Μαρτίου 2017

Ομιλία
του Βουλευτή – Συγγραφέα
κ. Μάξιμου Χαρακόπουλου

στην παρουσίαση του βιβλίου του Βουλευτή κ.Θ.Καράογλου
«Ορκίζομαι»

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι,

Ο καλός συνάδελφος Θοδωρής Καράογλου αποφάσισε με το βιβλίο του Ορκίζομαι να θέσει προς συζήτηση ένα κομβικό για την λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος ζήτημα, αυτό της συνταγματικής αναθεώρησης.

Ανατρέχοντας στην ιστορική εξέλιξη των ελληνικών συνταγμάτων από τις απαρχές της προσπάθειας δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους, την επαύριο της ελληνικής παλιγγενεσίας και στα πρώτα του βήματα, διαπιστώνουμε την απλούστατη αλήθεια ότι οι αναθεωρήσεις λαμβάνουν χώρα σε μεταβατικές περιόδους. Όταν δηλαδή έχουν διαμορφωθεί νέες κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες που απαιτούν από το συνταγματικό κανόνα, που είναι ο άξονας της λειτουργίας της κοινωνίας, να προσαρμοσθεί αναλόγως.

Αυτόν τον ρόλο έπαιξε και το Σύνταγμα του 1975, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής άνοιγε μια νέα εποχή που άφηνε πίσω της τον ζόφο των αντιδημοκρατικών παρεκκλίσεων και της άνισης αντιμετώπισης των πολιτών. Άνοιγε μια εποχή, όπου η Ελλάδα θα μπορούσε να διατρέξει τα βήματα που την χώριζαν από την αναπτυγμένη και δημοκρατική δυτική Ευρώπη και μάλιστα να γίνει πλήρες και ισότιμο μέλος της σε σχεδόν μια 5ετία.

Στην πραγματικότητα λοιπόν, η ψήφιση του νέου Συντάγματος όχι μόνον αντανακλούσε την νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την πτώση της επταετούς δικτατορίας, την εγκαθίδρυση της εθνικής συμφιλίωσης με την νομιμοποίηση του ΚΚΕ, που ολοκλήρωνε ένα μεγάλο κύκλο που είχε ανοίξει από τις απαρχές του εμφυλίου πολέμου, ήδη με το τέλος της κατοχής, αλλά δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη και την ευημερία του τόπου.

Το Σύνταγμα έγινε μοχλός αυτής της μετάβασης και μάλιστα σε μια ορισμένη κατεύθυνση, που χάρη στον οραματισμό και στην αποφασιστικότητα του Εθνάρχη, επετεύχθη παρά τις αντιδράσεις του πρώιμου αλλά πάντα ισχυρού λαϊκισμού, που δυστυχώς στην πατρίδα μας έχει βαθιές ρίζες.

Ερχόμενοι στο σήμερα, είναι νομίζω ελάχιστοι όσοι δεν αντιλαμβάνονται ότι η εποχή που ζούμε έχει επίσης χαρακτηριστικά του τέλους και της μετάβασης. Ουσιαστικά η μεταπολίτευση έχει τελειώσει, κι απλώς ζούμε σε μακρά μεταβατική περίοδο που δεν ξέρουμε πόσο θα διαρκέσει και κυρίως προς τα πού θα πάμε.

Και αυτά τα δύο στοιχεία είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Η τρέχουσα περιπέτεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ύστατη και απελπισμένη απόπειρα να διατηρηθεί η μεταπολίτευση στην πλέον παρηκμασμένη της μορφή. Είναι η προσπάθεια συγκεκριμένων στρωμάτων να γαντζωθούν από την εξουσία και να περισώσουν τα προνόμιά τους, αδιαφορώντας βεβαίως για την καταστροφή που προκαλούν στη χώρα και στις επερχόμενες γενιές.

Θα έλεγα ότι πρόκειται για την εκδήλωση του πιο αντικοινωνικού ατομικισμού, ο οποίος εκτράφηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, όπου οι αξίες του σεβασμού προς το σύνολο, της ηθικής προσωπικότητας και του αγνού πατριωτισμού ποδοπατήθηκαν κυριολεκτικά από την φρενίτιδα της ψευδούς ευμάρειας που πρόσφερε ένα παρασιτικό παραγωγικό μοντέλο.

Ως εκ τούτου, σήμερα είναι εκ νέου η ώρα μια ουσιαστικής αναθεώρησης του Συντάγματος, που όχι μόνον θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της νέας πραγματικότητας αλλά θα δημιουργεί τις συμπαγείς συνθήκες για την ανάπτυξη και την ευημερία του λαού μας, θα σημάνει την αφετηρία μιας νέας εποχής.

Για το λόγο αυτό, απαιτείται η έναρξη ενός δημοσίου διαλόγου, όπου θα τεθούν όλα τα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να αναθεωρήσουμε και να προσθέσουμε. Αλλά προσοχή όταν λέμε δημόσιο διάλογο δεν εννοούμε την καρικατούρα διαλόγου που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση. Δεν εννοούμε αυτόκλητες λαϊκές συνελεύσεις, ανάλογες με αυτές που δρούσαν στην πλατεία των αγανακτισμένων, και προετοίμασαν την έφοδο των δημαγωγών στην εξουσία.

Οι θεσμοί δεν είναι παιχνίδια στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας για να τους χρησιμοποιεί κατά το δοκούν και ίδιον συμφέρον. Η Ελλάδα είναι κράτος δικαίου, με νόμους και κανόνες, με εμπεδωμένη δημοκρατία, που σέβεται και ακολουθεί τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Δεν θα γίνει, όσο κι αν το επιθυμούν κάποιοι, ούτε Βενεζουέλα ούτε νεοσοβιετική λαϊκή δημοκρατία. Όσοι το ονειρεύονται έχουν χάσει προ πολλού το ραντεβού με την ιστορία.

Πολύ περισσότερο που αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι η επιστροφή στις παθογένειες του παρελθόντος, που μέσω του συντάγματος, ευελπιστούν κάποιοι να διατηρήσουν τα οφίκιά τους ή να διαιωνίσουν την εξουσία τους. Χρειαζόμαστε μια φυγή μπρος τα εμπρός. Υπερβαίνοντας την κρίση με ριζικές μεταρρυθμίσεις που θα ανοίξουν το δρόμο στις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις του τόπου να αναπτυχθούν και στο πολιτικό σύστημα να αποκτήσει εκ νέου την χαμένη του αξιοπιστία.

Κι αυτός ο διττός στόχος να κινηθεί πάνω σε ένα όραμα του ελληνισμού που θα αρδεύει ταυτοχρόνως από την προσήλωσή μας στη διατήρηση της εθνικής μας ταυτότητας αλλά και τον ευρωπαϊκό μας προσανατολισμό, που συνεπάγεται τον εκσυγχρονισμό και την πίστη μας στις δυτικές αξίες του πολιτισμού.

Ο κ. Καράογλου στο βιβλίο του προτείνει 19 αλλαγές που στοχεύουν στην αναβάθμιση του πολιτικού μας συστήματος και στη θεσμική θωράκιση του Συντάγματος. Νομίζω ότι στα περισσότερα από όσα αναφέρει συμφωνώ ανεπιφύλακτα.

Ξεκινώ από όσα αναφέρονται στο πολιτικό σύστημα, το οποίο κυριολεκτικά περνά μαύρες μέρες. Ίσως πρόκειται, κρίνοντας από την εικόνα της δημόσιας αντιπαράθεσης των κομμάτων και των βουλευτών, από τις χειρότερες ημέρες του κοινοβουλευτισμού. Η κρίση των μεγάλων κομμάτων, οδήγησε πολλούς συμπολίτες μας είτε στην ιδιώτευση είτε στην στήριξη άλλων κομματικών σχηματισμών, με την ελπίδα του νέου. Το νέο το είδαμε, το καλό δεν είδαμε.


Γιατί δυστυχώς, μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση, έχω την εντύπωση ότι η κατάσταση χειροτερεύει, το επίπεδο πέφτει. Ας ελπίσουμε ότι αυτός ο κύκλος της αναζήτησης σύντομα θα κλείσει. Άλλωστε κριτής όλων είναι ο ίδιος ο ψηφοφόρος. Ωστόσο, η μείωση του αριθμού των βουλευτών από 300 σε 200 είναι μια απόφαση που μπορεί να οδηγήσει στην αναβάθμιση του κοινοβουλίου, και για την οποία δεν χρειάζεται αναθεώρηση του συντάγματος.

Όπως, επίσης, η κατάτμηση των περιφερειών μαμούθ όπως της Β΄ Αθηνών, όπου οι ψηφοφόροι δεν γνωρίζουν τους βουλευτές που τους εκπροσωπούν παρά μόνον μέσω των τηλεοπτικών παραθύρων. Κι αυτό το στοιχείο δεν προάγει ούτε τη δημοκρατία ούτε την ποιότητα του κοινοβουλευτισμού.

Έχουμε δει δυστυχώς ότι η πολιτική αντιπαράθεση στα λεγόμενα πάνελ, υποβιβάζεται σε ανταλλαγή της ατάκας και εξυπνακισμών, και οι πιο φωνακλάδες επισκιάζουν όσους επιχειρούν να μιλήσουν με επιχειρήματα. Ακόμη χειρότερα, η τηλεοπτική δημοκρατία αποκλείει τους μη αρεστούς ή τους μη έχοντες πρόσβαση στα ΜΜΕ, ανεξάρτητα από τις πραγματικές τους ικανότητες.

Αναμφίβολα, μια θετική αλλαγή είναι και η δυνατότητα συμμετοχής βουλευτών από την ομογένεια. Σήμερα σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης είναι εφικτή η εφαρμογή αυτής της πρότασης, που θα προσδώσει άλλο δυναμισμό στα κοινοβουλευτικά πράγματα, κινητοποιώντας τους απανταχού της γης συμπατριώτες μας. Μια πρόταση που συνδυάζεται αναπόφευκτα και με τη δυνατότητα της ψήφου στους ομογενείς μας, κάτι που η ΝΔ αγωνίζεται να πραγματοποιηθεί εδώ και πολλά χρόνια.

Ένα ακόμη σημείο που θα ήθελα να επισημάνω είναι και η αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια νόθευση της επιθυμίας του εκλογικού σώματος, να πέφτει μια κυβέρνηση, εκβιαζόμενη από την αδυναμία της εκλογής προέδρου της δημοκρατίας, για την οποία χρειάζονται τουλάχιστον 180 ψήφοι.

Αυτό το είδαμε και το 2014, όπου οι δυνάμεις του λαϊκισμού το χρησιμοποίησαν με απόλυτο κυνισμό και ανευθυνότητα ώστε να ανατρέψουν την τότε κυβέρνηση, και να καταλάβουν την εξουσία. Το αποτέλεσμα ήταν τη στιγμή που κάναμε τα πρώτα δειλά βήματα εξόδου από την μνημονιακή πολιτική, ρίξαμε μια βουτιά υπό την ηγεσία των Τσίπρα –Βαρουφάκη, στην κρίση του 15, που ακόμη πληρώνουμε και θα πληρώνουμε για πολύ όσο παραμένει αυτή η κυβέρνηση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάργηση του νόμου «περί ευθύνης υπουργών» είναι μια αδήριτη ανάγκη, καθώς έως σήμερα έχει επισωρεύσει πλήθος κακών και συμβάλλει ταυτοχρόνως στην αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

Στην πραγματικότητα, όλες οι παραπάνω προτεινόμενες αλλαγές εντάσσονται σε μια αμυντική λογική της συνταγματικής αναθεώρησης, που προσδοκά να μειώσει ή να υπερβεί τις σοβαρές παθογένειες του παρελθόντος.

Όμως, εμείς σήμερα χρειαζόμαστε και τις θετικές, τις επιθετικές θα έλεγα αποφάσεις που ανοίγουν προοπτικές. Και ανάμεσά του ως κορωνίδα θα θέσω την αναθεώρηση του άρθρου 16 για την παιδεία.
Για δεκαετίες επικρατεί στην Ελλάδα ένας ιδιότυπος στρουθοκαμηλισμός στο ζήτημα αυτό. Ενώ παντού γύρω μας ανοίγουν σαν τα μανιτάρια ιδιωτικά πανεπιστήμια, ενώ τα ελληνόπουλα ξενιτεύονται για να σπουδάσουν όπου μπορούν και η χώρα χάνει σε συνάλλαγμα, θέσεις εργασίας αλλά και εγκεφάλους, καθώς πολλά από τα παιδιά αυτά δεν επιστρέφουν, εδώ αρνούμαστε να προσαρμοστούμε.

Και η υποκρισία είναι πρωτοφανής, όταν οι ίδιοι που τα αρνούνται στέλνουν τα παιδιά τους έξω σε ιδιωτικά πανεπιστήμια, ενώ δεκάδες καθηγητές διδάσκουν σε ιδιωτικά πανεπιστήμια του εξωτερικού ιδιαίτερα στην Κύπρο. Αυτή η κωμωδία πρέπει να σταματήσει και να δώσουμε διέξοδο σε δυνάμεις οικονομικές και πνευματικές, που μπορούν να δημιουργήσουν μια πραγματική κοσμογονία. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει κέντρο εκπαιδευτικό για τα Βαλκάνια, τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.

Πριν τελειώσω θα ήθελα να θίξω και ένα ζήτημα το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ το κάνει σημαία για επικοινωνιακούς λόγους. Αναφέρομαι στις σχέσεις κράτους-εκκλησίας και ότι πηγάζει εξ αυτού. Εδώ διαπιστώνουμε μια εμμονή που έχει δύο αιτίες. Η μία είναι η απόγνωση των στελεχών του που τους κάνει να θέλουν να αποδείξουν την αριστεροσύνη τους, καθώς υπογράφουν με τα χέρια και τα πόδια κάθε μνημονιακή υποχρέωση, σε μνημόνια που οι ίδιοι προκάλεσαν. Αφού δεν μπορούν να κάνουν τους επαναστάτες στα δύσκολα, στοχοποιούν την εκκλησία.

Η δεύτερη αιτία είναι οι ιδεολογικές τους αντιλήψεις, οι οποίες δεν στρέφονται μόνον κατά της Ορθοδοξίας αλλά συνολικά έναντι της ελληνικής εθνικής συνείδησης. Κι αυτό δεν είναι κάτι δευτερεύον. Γιατί όσον αφορά τις σχέσεις του κράτους με την εκκλησία, τον θρησκευτικό όρκο ή τον τρόπο διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία και οι ίδιοι οι ιεράρχες δεν έχουν αντίρρηση μέσα από ένα διάλογο να βρεθεί ένα modus vivendi. Αυτό είναι ένα και ο εξοβελισμός της Ορθοδοξίας είναι ένα άλλο, με άλλη στόχευση.

Γιατί, όπως σημειώνει και ο Καράογλου, το ζητούμενο είναι τι κοινωνία θέλουμε. Αν επιθυμούμε τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας, της δικής μας ιδιοπροσωπείας, προστατεύοντας και προάγοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του έθνους μας, όπως είναι η γλώσσα, η παιδεία, η ιστορία και η θρησκεία μας ή αν έχουμε αποφασίσει ότι τελειώσαμε με αυτά και διαχεόμαστε σε άλλα σύνολα. Αυτό είναι λοιπόν κάτι που όλοι μαζί πρέπει να αποφασίσουμε και θα πρέπει να βρει την αντανάκλασή του στο Σύνταγμά μας.

back to top