Χρησιμοποιούμε τα cookies στην ιστοσελίδα μας, σύμφωνα με την Οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Μάξιμος Χαρακόπουλος | Νέα Δημοκρατία - Ολόκληρη η εισήγηση Μ.Χαρακόπουλου με θέμα, Η σημασία της αξιολόγησης στην Α/θμια και Β/βάθμια εκπ/ση
Menu
A+ A A-

ΔΕΘ 1 1

Θεσσαλονίκη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Ολόκληρη η εισήγηση
του Υπεύθυνου Τομέα Παιδείας και Θρησκευμάτων
της Νέας Δημοκρατίας
κ. Μάξιμου Χαρακόπουλου,
στην εκδήλωση του «Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής»
με θέμα «Μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία για μια σύγχρονη Δημοκρατία»
στο πλαίσιο της «Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης»


“Η σημασία της αξιολόγησης στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση”

«Φίλες και φίλοι,

Θέλω να συγχαρώ το “Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής” για την πρωτοβουλία της διοργάνωσης μιας εκδήλωση για την Παιδεία, στο πλαίσιο του κορυφαίου οικονομικού γεγονότος της χρονιάς, της ΔΕΘ, και όχι απλά μιας ακόμη εκδήλωσης περί ανάπτυξης. Η πρωτοβουλία αυτή στέλνει το σωστό μήνυμα. Η επένδυση στην παιδεία είναι επένδυση στο μέλλον. Η παιδεία μπορεί να γίνει βατήρας για την ανάπτυξη.

Καλούμαι σήμερα να μιλήσω για ένα θέμα που αποτέλεσε ταμπού για την ελληνική εκπαίδευση, την αξιολόγηση. Ένα θέμα που προκαλεί εντάσεις για περισσότερο από τρεις δεκαετίες στην εκπαιδευτική κοινότητα, ενώ είναι αυτονόητη σε κάθε σοβαρή χώρα.
Πριν, όμως, αναφερθώ σε αυτήν, επιτρέψτε μου να πω ότι στην Ελλάδα, δυστυχώς, βιώνουμε μια έντονη αντίφαση σε σχέση με όσα γίνονται στον παγκόσμιο χώρο. Ενώ παντού τα συστήματα παιδείας εξελίσσονται ραγδαία, και η γνώση καθίσταται μοχλός προόδου αλλά και οικονομικής ισχύος, εμείς πάμε αντίστροφα.
Οι δυνάμεις του λαϊκισμού, οι οποίες επικράτησαν στην ελληνική κοινωνία, θέλησαν να στρέψουν τους δείχτες του ρολογιού προς τα πίσω. Να επιστρέψουν στα χρόνια της δεκαετίας του ‘80. Εκεί που γεννήθηκαν και γιγαντώθηκαν πολλές από τις παθογένειες όχι μόνον της ελληνικής οικονομίας αλλά και της παιδείας.
Τα βασικά στοιχεία αυτής της κυβερνητικής «αντιμεταρρύθμισης» που βρίσκεται σε πλήρη εφαρμογή είναι:
• Επιβολή ιδεοληπτικών απόψεων, συγκεκριμένων κύκλων, έως πρόσφατα περιθωριακών, με προέλευση τα πρώτα χρόνια της αντιπολίτευσης.
• Εξυπηρέτηση ομάδων συμφερόντων, οι οποίες αντιδρούν σε όποια ουσιαστική μεταρρύθμιση φοβούμενες και δικαίως ότι θα χάσουν τα κεκτημένα προνόμιά τους.
• Κατάργηση κάθε αξιοκρατίας και αξιολόγησης σε όλη την εκπαιδευτική δομή, στο όνομα μιας δήθεν ιδανικής ισότητας. Στο πλαίσιο αυτό η ρετσινιά της αριστείας δεν ήταν μια λεκτική υπερβολή, αλλά ο πυρήνας μιας εδραιωμένης αντίληψης.
Το όραμα μιας ισοπέδωσης προς τα κάτω, η επικράτηση της ήσσονος προσπάθειας, η απόλυτη ασυδοσία και η ανυπαρξία λογοδοσίας, είναι το σχολείο και το πανεπιστήμιο που προωθεί με τις αποφάσεις της η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας.
Κι όμως, παντού αλλού, όλοι αναγάγουν την αξιοκρατία και την αξιολόγηση των πάντων ως βασικό κριτήριο της λειτουργίας και της αναβάθμισης των εκπαιδευτικών τους συστημάτων. Γιατί γνωρίζουν ότι όποιος δεν προσαρμοστεί στις σύγχρονες ανάγκες οδηγείται στην απαξίωση και στην παρακμή.
Σήμερα, από όλους τους διεθνείς οργανισμούς επισημαίνεται η ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των εκπαιδευτικών συστημάτων με βασικό κριτήριο τα αποτελέσματα. Η αντίληψη αυτή ενισχύεται από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου τα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών της έχουν εξελιγμένα συστήματα εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης.
Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση αποτελεί μια σύνθετη πολυπαραμετρική διαδικασία που έχει παιδαγωγικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνιστώσες και αφορά το εκπαιδευτικό περιβάλλον στην ολότητά του: εκπαιδευτική πολιτική, νομοθεσία, δομές, υλικοτεχνική υποδομή, αναλυτικά προγράμματα, διοικητική δομή, εκπαιδευτικό έργο, μαθητές και εκπαιδευτικούς.
Η αξία μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας ή ενός εκπαιδευτικού συστήματος δεν μπορεί να τεκμηριωθεί όταν δεν υπάρχουν και αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης και κοινώς αποδεκτές διαδικασίες ελέγχου της αποτελεσματικότητάς της.
Η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης είναι βασικό μέλημα καθώς διαπιστώνεται ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο μεσομακροπρόθεσμα μπορούν να ενισχυθούν οι δείκτες της οικονομίας και η κοινωνική συνοχή.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Μπαμπινιώτη, η αξιολόγηση ορίζεται ως “η εκτίμηση της αξίας ενός προσώπου ή έργου με συγκεκριμένα κριτήρια, μετά την συνολική θεώρηση του έργου ή την συνολική συμβολή του στην πρόοδο της επιστήμης, αν είναι εκπαιδευτικός”.
Και στη χώρα μας τα ζητήματα της ποιότητας και της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου αποτέλεσαν στόχους των εκπαιδευτικών πολιτικών από τη δεκαετία του ‘90 και συνοδεύτηκαν από σειρά πρωτοβουλιών σε νομοθετικό, ερευνητικό και εφαρμοσμένο επίπεδο.
Από τα τέλη του 1990 ως τις αρχές του 2000 υπήρξαν αξιοσημείωτες εξελίξεις στους τύπους της αξιολόγησης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (μεταρρυθμίσεις στα συστήματα αξιολόγησης, έρευνα, πειραματισμοί κ.λ.π.) με κρατούσα αρχικά την εξωτερική αξιολόγηση.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είχαν ως συνέπεια τη διεύρυνση του συστήματος αξιολόγησης: Από μια αξιολόγηση κλαδική και ατομική (στο επίπεδο των μαθητών, των καθηγητών κλπ) σε μια αξιολόγηση γενική και σφαιρική (σχολικό ίδρυμα), ώστε η αξιολόγηση να μη λειτουργεί μόνο ως έλεγχος και απολογισμός, αλλά και ως ένα εργαλείο βελτίωσης της προσφερόμενης εκπαίδευσης.
Επίσης, η αξιολόγηση αποτελεί μέρος της διοικητικής διαδικασίας, η οποία περιλαμβάνει τον προγραμματισμό, την οργάνωση, τη διεύθυνση – ηγεσία και τον έλεγχο. Εντάσσεται στο πλαίσιο του απολογισμού των δράσεων των οργανισμών, έχει άμεση σχέση με τον σχεδιασμό – προγραμματισμό και βοηθά τον οργανισμό να επιτύχει τους στόχους του, μέσω της αποτίμησης του έργου του.
Καθοριστική για την επιτυχία της αξιολόγησης είναι η ουσιαστική ενεργοποίηση και εμπλοκή των εκπαιδευτικών και κατά συνέπεια η στάση και ο ρόλος των διευθυντών των σχολικών μονάδων. Διότι ο ρόλος του διευθυντή είναι κεντρικός όσον αφορά στη διαμόρφωση της παιδαγωγικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας στο σχολείο.
Στην Έκθεση του ΟΟΣΑ του 2011 για την Ελληνική Εκπαίδευση επισημαίνεται ότι “δεν υπάρχουν αξιόπιστοι δείκτες για την παροχή πληροφοριών αναφορικά με την ποιότητα, την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Το σύστημα δεν μπορεί να βασίζεται σε ομοιογενή εργαλεία για τη μέτρηση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και την πραγματική επίτευξη των μαθησιακών αποτελεσμάτων, καθώς δεν υπάρχει ούτε εξωτερική αξιολόγηση μάθησης, η οποία να βασίζεται σε τυποποιημένη αξιολόγηση σε εθνικό επίπεδο, ούτε εξωτερική αξιολόγηση σχολικής μονάδας και διδασκαλίας.
Οι μαθητές προάγονται από τη μία τάξη στην άλλη, όπως αξιολογούνται στα σχολεία από τους εκπαιδευτικούς, ενώ εξωτερικές εξετάσεις υφίστανται μόνο για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση”.
Ο προσδιορισμός των συνεπειών της αξιολόγησης στη σταδιοδρομία ενός εκπαιδευτικού είναι περίπλοκο ζήτημα, καθώς ενδέχεται να οδηγήσει σε αντιδράσεις, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αποτελεί κίνητρο για την επαγγελματική εξέλιξή του. Σε κάθε περίπτωση, το σύστημα αξιολόγησης πρέπει να στοχεύει στη βελτίωση του παραγόμενου εκπαιδευτικού έργου, και συνεπώς να συνδέεται με ένα σταθερό σύστημα επιμόρφωσης.
Επιπλέον, η αξιολόγηση αποτελεί τον μόνο συνεπή τρόπο διάκρισης μεταξύ εκπαιδευτικών. Στο πλαίσιο μιας δημοσιονομικής κατάστασης, όπου τα περιθώρια ανταμοιβής είναι εξαιρετικά περιορισμένα, είναι πολύ σημαντικό να διασφαλίσουμε ότι οι πιο εργατικοί και αποτελεσματικοί εκπαιδευτικοί ανταμείβονται δίκαια.
Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της στοχοθεσίας των εκπαιδευτικών συστημάτων εμφανίζεται σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ, λόγω της πολυπολιτισμικής σύνθεσης των σύγχρονων κοινωνιών αλλά και της αναγκαίας προσαρμογής της εκπαίδευσης στις ταχέως μεταβαλλόμενες συνθήκες οργάνωσης των οικονομιών και κοινωνιών.
Πάντως, σε εκείνα τα εκπαιδευτικά συστήματα που αναγνωρίζονται διεθνώς ως επιτυχημένα (και όχι μόνον με βάση την έρευνα PISA), δηλαδή, εκείνα των Σκανδιναβικών χωρών, της Αυστραλίας, του Καναδά, της Αυστρίας, εφαρμόζονται συστηματικά ολοκληρωμένα σχήματα αξιολόγησης, του συνόλου του εκπαιδευτικού έργου.
Αποτιμούν όλες τις πτυχές της εκπαίδευσης, τα μαθησιακά αποτελέσματα, το πρόγραμμα σπουδών, την επιμόρφωση και τις ικανότητες των εκπαιδευτικών, τις ικανότητες των στελεχών της εκπαίδευσης και την αποτελεσματική λειτουργία της σχολικής μονάδας.
Στην Ελλάδα η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών που γινόταν από τους επιθεωρητές, σταμάτησε να εφαρμόζεται στις αρχές του 1982 γιατί από πολλούς προβαλλόταν ως αυταρχική διαδικασία και μέσο χειραγώγησης.
Στη συνέχεια, όποτε κατά καιρούς έγινε συζήτηση ή προσπάθεια εφαρμογής κάποιου αξιολογικού συστήματος, πάντα υπήρχαν διάφορες αντιρρήσεις έως και αντιδράσεις σχετικά με το πώς, από ποιόν και για ποιό σκοπό θα διενεργείται η αξιολόγηση. Ταυτόχρονα, πάντα αναδύεται το ερώτημα πόσο εύκολη είναι η αντικειμενική αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου.
Στο ερώτημα “ποιός είναι ο σκοπός της αξιολόγησης;” η απάντηση είναι απλή. Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση οφείλει να έχει ως βασικό σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου ως μιας συνεχούς διαδικασίας ενίσχυσης της επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών και βελτίωσης του εκπαιδευτικού έργου στις εκπαιδευτικές δομές και στα σχολεία της χώρας προς όφελος των μαθητών και της κοινωνίας.
Η αξιολόγηση έχει διαπιστωτικό, διαμορφωτικό, παιδαγωγικό και αναπτυξιακό χαρακτήρα. Οφείλει πρωτίστως να λειτουργεί ανατροφοδοτικά και να συμβάλλει, σε συνεργασία με την επιμόρφωση, στην επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, αλλά και στην ποιοτική αναβάθμιση των δομών του εκπαιδευτικού συστήματος.
Η διαδικασία της αξιολόγησης είναι ιδιαίτερα δύσκολη και βασική προϋπόθεση για την επιτυχία της είναι η αποδοχή της από τους εκπαιδευτικούς. Η αξιολόγηση για να έχει την αποδοχή των εκπαιδευτικών, θα πρέπει:
α) οι αξιολογητές να έχουν αξιολογηθεί οι ίδιοι με αυστηρό και αντικειμενικό πλαίσιο και να έχουν κατάλληλα επιμορφωθεί,
β) οι εκπαιδευτικοί να έχουν κατανοήσει πλήρως και με απόλυτη σαφήνεια το θεσμικό πλαίσιο της αξιολόγησής τους
γ) οι εκπαιδευτικοί να μετέχουν ενεργά με δικαίωμα και δυνατότητες να επηρεάσουν την αξιολογική κρίση και
δ) να υπάρχουν όργανα εκδίκασης ενστάσεων.

Στη χώρα μας, μετά το 1982, καταργήθηκε η αξιολόγηση που μέχρι τότε διενεργείτο από τους επιθεωρητές. Κατά καιρούς έγιναν διστακτικές απόπειρες εφαρμογής ενός αξιολογικού συστήματος, αλλά μόλις το 2013 θεσπίσθηκε εφαρμόσιμο σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών (με το Π.Δ. 152/2013) ενώ επαν-ενεργοποιήθηκε η διαδικασία της αυτο-αξιολόγησης. (που προβλεπόταν από το ν. 3848/2010 καθώς και από το καθηκοντολόγιο του 2002 και συστηματοποιήθηκε με μια σειρά εγκυκλίων).
Η έναρξη της εφαρμογής αξιολογικού συστήματος στην εκπαίδευση, συνάντησε μια λυσσαλέα αντίδραση από την αριστερά, της ιδεοληψίας και της ισοπέδωσης προς τα κάτω, που στηριζόταν στους συνδικαλιστικούς της βραχίονες.
Παρά ταύτα, την περίοδο 2012-2014 η συγκυβέρνηση ΝΔ/ΠΑΣΟΚ προχώρησε στην εφαρμογή της αξιολόγησης ξεκινώντας από τα στελέχη της εκπαίδευσης, αφού είχε προηγηθεί επιμόρφωση των αξιολογητών.

Και όπως όλοι οι χωρίς παρωπίδες εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν, η έναρξη της αξιολόγησης συνοδευόταν από απτά σημάδια ενεργοποίησης του τεράστιου δυναμικού της εκπαιδευτικής κοινότητας σε μια προσπάθεια φυγής από το τέλμα. Τα σχολεία άρχισαν να ανοίγονται στην κοινωνία μέσα από διάφορες δράσεις, προχώρησαν σε διαδικασίες ενδοσχολικής επιμόρφωσης, σε διασχολικές συνεργασίες και γενικά άρχισαν να ζωντανεύουν.
Δυστυχώς, με την έλευση των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ στην εξουσία η διαδικασία “πάγωσε” από τον πρώην Υπουργό Παιδείας κ. Μπαλτά με ψευδείς και ανυπόστατες αιτιολογίες και αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όμως ό,τι δεν αξιολογείται πεθαίνει και η Νέα Δημοκρατία δεν θα αφήσει την εκπαίδευση να πεθάνει. Ως κυβέρνηση αύριο, με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, θα προχωρήσει στην αξιολόγηση στηριζόμενη στα μεταξιολογικά δεδομένα από την εμπειρία της πρώτης, έστω και ημιτελούς εφαρμογής.

Σας ευχαριστώ».

ΔΕΘ 2

ΔΕΘ 4

back to top